αποκοιμιέμαι


αποκοιμιέμαι
αποκοιμιέμαι, αποκοιμήθηκα, αποκοιμισμένος βλ. πίν. 59

Τα ρήματα της νέας ελληνικής. 2013.

Look at other dictionaries:

  • αποκοιμιέμαι — και αποκοιμιούμαι ήθηκα, οιμισμένος, με παίρνει ο ύπνος: Εκεί που κουβεντιάζαμε αποκοιμήθηκε. Ουσ. αποκοίμηση, η και αποκοίμημα, το το να μας πάρει ο ύπνος. Η μτχ. αποκοιμισμένος, ο φανερώνει το νωθρό, το βλάκα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αποκοιμιέμαι — κ. μιούμαι κ. μούμαι (AM ἀποκοιμῶμαι, άομαι) 1. με παίρνει ο ύπνος 2. κοιμάμαι βαθιά 3. πεθαίνω ήρεμα αρχ. κοιμάμαι μακριά απ το σπίτι μου …   Dictionary of Greek

  • κοιμάμαι — και κοιμούμαι (Α κοιμῶ, άω, Μ κοιμοῡμαι και κοιμῶμαι) 1. βρίσκομαι σε κατάσταση ύπνου, πέφτω σε ύπνο 2. πλαγιάζω για ύπνο 3. συνεκδ. πεθαίνω, κείτομαι νεκρός 4. μτφ. αδιαφορώ, απρακτώ, εφησυχάζω, αδρανώ («το κράτος κοιμάται») 5. έρχομαι σε… …   Dictionary of Greek

  • αποδαρθάνω — ἀποδαρθάνω (Α) [δαρθάνω] 1. αποκοιμιέμαι 2. ξυπνάω …   Dictionary of Greek

  • αποκοιμώμαι — βλ. αποκοιμιέμαι …   Dictionary of Greek

  • αφυπνώ — ἀφυπνῶ ( όω) (AM) [υπνώ] 1. σηκώνομαι από τον ύπνο, ξυπνώ 2. με παίρνει ο ύπνος, αποκοιμιέμαι …   Dictionary of Greek

  • γλαρώνω — 1. γαληνεύω, ηρεμώ 2. έχω τάση για ύπνο, νυστάζω 3. αποκοιμιέμαι, βυθίζομαι στον ύπνο 4. (μτβ.) κοιτάζω με τρυφερότητα, γλυκοκοιτάζω. [ΕΤΥΜΟΛ. < *ιλαρώνω < μτγν. ιλαρώ «χαροποιώ, φαιδρύνω»] …   Dictionary of Greek

  • επικοιμώμαι — ἐπικοιμῶμαι, άομαι (Α) [κοιμώμαι] 1. κοιμάμαι μετά από κάτι 2. (απολ.) πέφτω σε ύπνο, αποκοιμιέμαι («ἀλλά μοι δοκεῑς... οὐ καθεύδων ἐπικεκοιμῆσθαι», Πλάτ.) 3. (για πρόσ.) στον ύπνο συμπιέζω κάποιον («καὶ ἀπέθανεν ὁ υἱὸς τῆς γυναικὸς ταύτην τὴν… …   Dictionary of Greek

  • επινυστάζω — ἐπινυστάζω (AM) νυστάζω, αποκοιμιέμαι πάνω σε κάτι («ἀφ’ ἑσπέρας ἐπινυστάξειε τοῑς σιτίοις», Πλούτ.) μσν. αδιαφορώ για κάτι, παραμελώ κάτι …   Dictionary of Greek

  • καταδαρθάνω — (Α) 1. αποκοιμιέμαι, μέ παίρνει ο ύπνος («ἐν θάμνοισι κατέδραθον», Ομ. Οδ.) 2. περνώ κάπου τη νύχτα, διανυκτερεύω («κατέδαρθον ἐν Θησείῳ ἐν ὅπλοις», Θουκ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < κατ(α) * + δαρθάνω «κοιμάμαι»] …   Dictionary of Greek